Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Η δικιά μου νύχτα



Εκείνο το απόγευμα και τη νύχτα  δεν ήμουν στo
Πολυτεχνείο.Την εξέγερση την παρακολουθούσα 
από την Τετάρτη, τόσο κοντά και τόσο λίγο, όσο 
 τα λίγα λεπτά που το τρόλεϊ Κολιάτσου –Παγκράτι
 σταματούσε μπροστά στην πύλη. Μαθητής Γ’ Γυμνασίου γύρναγα κάθε μέρα από το 
Πειραματικό στην πλατεία Κολιάτσου.
Εκείνο το απόγευμα η ζωή μου κυλούσε στους συνήθεις ρυθμούς, όπως...
και εκατομμυρίων άλλων στο Λεκανοπέδιο. Ένα χρόνο μετά βρεθήκαμε όλοι,
 αναδρομικά ‘’μέσα στο Πολυτεχνείο’’. Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, ο πατέρας μου, 
αποφάσισε επιτέλους να μου κάνει τη χάρη να πάρω ένα μπλουτζίν κι ένα κοτλέ γκρι’ 
«για να έχει το παιδί  δεύτερο να αλλάζει για τη στολή του σχολείου» ήταν το
 περιτύλιγμα της μάνας μου για να πειστεί ο πατέρας. Στο σχολείο φορούσαμε 
γκρι παντελόνι  και μπλέ πουλόβερ- blue  με το αξάν της κυρίας Κραββαρίτου,
της διευθύντριας, που ήταν σύζυγος του αρχηγού της Χωροφυλακής της χούντας.
 Ξεροστάλιαζα τα μεσημέρια στο σχόλασμα στο MARKET, ένα μαγαζί με  Levis 
εισαγωγής δίπλα στο παλιό Dolce , απόπου ψώνιζαν μερικοί ευκατάστατοι συμμαθητές,
 αλλά οι τιμές για μένα ήταν απαγορευτικές. Η μάνα μου, πάντως, μου έκλεισε 
το μάτι ότι θα τσοντάρει και εκείνη στο διακοσάρι του πατέρα, αλλά γιαυτό 
έπρεπε να πάμε μαζί στα μαγαζιά. Με τη μαμά για ψώνια είναι ξεφτίλα,
 αλλά μπρός τα κάλλη…
Κατά τις εξήμισυ μπαίναμε σε ένα μαγαζί στη Θεμιστοκλέους, χαμηλά
 κοντά στην Πανεπιστημίου. Στο πατάρι, όπου είχε  «τα καλά για το 
νεαρό» πρωτάκουσα  το « Όταν χαμογελάνε ο ήλιος είναι βέβαιος» 
 από το σταθμό του Πολυτεχνείου, τον οποίο , επίσης  άκουσα εκεί στο
 πατάρι για πρώτη φορά. Αργότερα έμαθα ότι ήταν η φωνή της
 Δαμανάκη και του Παπαχρήστου.
Στις οκτώ, με τα παντελόνια υπό μάλης και τη μαμά αγκαζέ, στρίβαμε
 στην Πανεπιστημίου για να πάρουμε το τρόλεϊ. Ήταν η πρώτη φορά στη 
ζωή μου, πού είδα προβοκάτορες. Αυτό το κατάλαβα μετά. Καμιά 
πενηνταριά τύποι, που τόπαιζαν οικοδόμοι, με πλακάτ περί Λαοκρατίας 
 και υπογραφή Οικοδόμοι Κοκκινιάς φώναζαν Κάτω ο Παπαδόπουλος. 
Η μάνα μου  αυθόρμητα μού λέει ενώ τη τράβαγα προς τα μέσα στο
 πεζοδρόμιο ¨Κάτσε Κωστάκη να δούμε΄΄. Εμένα , όμως, σβούριζε ακόμ
 στα αυτιά μου η σφαλιάρα από τον μοίραρχο, πού είχα αρπάξει προ 
μηνών έξω από το Οφθαλμιατρείο, όταν παρακολουθούσαμε με τον κολλητό 
μου το Γιώργο τους φοιτητές στην ταράτσα της Νομικής βαδίζοντας με την 
όπισθεν στο δρόμο για τη στάση. Όπισθεν- όπισθεν ώσπου πέσαμε πλάτη
 με πλάτη σε έναν τύπο που μας ρώτησε «τι κοιτάτε ρε»-Τα παιδιά στην ταράτσα..
 Φάπ  κατευθείαν στο μάγουλο να χει γίνει η μούρη μου παντζάρι. Τη σφαλιάρα  
υπογράμμισε εις διπλούν  το σκαμπίλι του πατέρα μου όταν τούπα οργίλος
 και ξαναμμένος τα καθέκαστα.
Το βράδυ στο σπίτι έψαξα στο τραντζιστοράκι μου το σταθμό. Το ίδιο τραντζιστοράκι, 
που μια νύχτα το καλοκαίρι ψάχνοντας να ακούσω Θέατρο της Εβδομάδας έπεσα
σε ένα σταθμό με ωραία  παραδοσιακή μουσική με χάλκινα, αλλά όταν τέλειωσε 
η μουσικη κι ακούστηκε ο εκφωνητής κατέφθασε με τις πυτζάμες  ανάστατος ο 
πατέρας μου και με ένα μπλονζον, αλά Οικονομόπουλος, σκέπασε πρώτα με το
 μαξιλάρι  τον ήχο ώσπου να  κλείσει το ραδιοφωνάκι .Είχα πιάσει τη Φωνή της
 Αλήθειας. Άκουσα το σταθμό του Πολυτεχνείου ως το τέλος, ως το «είμαστε άοπλοι,
 είμαστε άοπλοι»  και τον εθνικό ύμνο. Ανατρίχιασα και πλάνταξα στο κλάμα. 
Έλληνες σκοτώνουν Έλληνες, σκεφτόμουν.
Το πρωί στις 7.30 με το αυτοκίνητο του πατέρα, όπως κάθε μέρα, αφού  δεν
 πληρώναμε σχολικό, γραμμή στη Σκουφά μέσα από την Πατησίων και  εκείνος θα
 συνέχιζε στη δουλειά του στην Καισαριανή. Τότε είχαμε σχολείο και τα Σάββατα. 
Ποια Πατησίων; Ζιγκ-ζάγκ ανάμεσα σε ακινητοποιημένα λεωφορεία και τρόλεϊ, 
μερικά ήταν καμένα και  τουμπαρισμένα. Πέρασα μπροστά από την γκρεμισμένη 
Πύλη.  «Εδώ θάγινε μακελειό»-είπε ο πατέρας. Δε θυμάμαι να ανταλλάξαμε
 άλλη κουβέντα. Ήταν η δεύτερη φορά, που είδα στη ζωή μου προβοκάτορες, 
όπως κατάλαβα το βράδυ στην τηλεόραση παρακολουθώντας το Ζουρνατζή να 
δείχνει τις …καταστροφές.
Με τα πολλά με αφήνει Ακαδημίας και Σίνα. Έτσουζαν τα μάτια από τα δακρυγόνα. 
Στο σχολείο οι μεγάλοι πριν την προσευχή και την έπαρση της σημαίας κάνουν
 πηγαδάκια. Όταν τελειώνει η προσευχή, η έκτη αρνείται να κάνει έπαρση της
 σημαίας. Αρνούνται και να περάσουν στις τάξεις .Έμπαινα πρώτα η έκτη ,
 μετά η Πέμπτη κοκ. Γυρίζω και κοιτάω ανήσυχος ψηλά στο γραφείο τη
ς διευθύντριας, της Κραββαρίτου, της γυναίκας του αρχηγού της Χωροφυλακής.
 Άσπρη σαν πανί  κοιτάει βλοσυρά και κτυπώντας παλαμάκια  φωνάζει
 « Εμπρός στις τάξεις σας, αμέσως». Οι μεγάλοι ακίνητοι. Μπροστά ο Βασίλης
 Ρώτας, ο Βασίλης Καψαμπέλης κι ο Κώστας Καραμανλής-η τάξη του 74. Ο
 υπεύθυνος αυλισμού καθηγητής Μανώλης Σκιαθίτης από το μικρόφωνο λέει
 «Κύριοι τα σπουδαία έγιναν τη νύχτα. Πάμε τώρα για μάθημα». Μόνον επειδή
 τόπε αυτός ο σεβαστός κι αγαπητός άνθρωπος πέρασαν οι μεγάλοι μέσα και μετά εμείς.
Στην τάξη, πρώτη ώρα Γαλλικά, ακουγόντουσαν άλλοτε σποραδικά , άλλοτε
 συνέχεια. κροταλισμοί από πολυβολισμούς. Ένα ξερό τα-τα-τα.Κι άλλο κι άλλο.
 Όταν για λίγο  σιγούσαν, αναλάβαιναν οι ζωηροί στα γωνιακά θρανία να 
τρομοκρατούν την Γαλλικού μιμούμενοι το τα-τα-τα χτυπώντας το χάρακα
 στο θρανίο. Παιδιά 14 στα 15…
Μετά τις πρώτες 2 ώρες μας ανακοινώνουν ότι τα μαθήματα τέλειωσαν και θα 
μπούμε όλοι στα σχολικά-και όσοι πλήρωναν και όσοι δεν πλήρωναν- για να μας
 γυρίσουν σπίτια μας. Κάναμε το γύρο της Αθήνας. Κατεβαίνοντας, από Τουρκοβούνια  
την οδό Κέας βλέπω δεξιά κι αριστερά ομοιώματα αυτοκινήτων ένα Σίμκα,ένα 
σκαραβαίο, ένα φορντ ταόυνους να έχουν γίνει χαλκομανία κυριολεκτικά .Ενα δύο 
πόντοι ύψος –πάχος. Είχε περάει από πάνω τους τανκ-που δε χωραγε στη
 στενή Κέας. Βγαίνοντας Κολιάτσου, θ’άτανε μια-μιάμιση το μεσημέρι του 
Σαββάτου πέφτουμε πάνω σε καμμιά τριανταρια νέους που σε διαδήλωση 
φώναζαν  «Λαέ θυμίσου τη νυχτα σκοτώσαν το παιδί σου». Εν ριπή οφθαλμού,
 ριπές από  αυτόματα από θωρακισμένο αυτό κίνητο και ένα τζίπ του στρατού. 
Εριχναν στο ψαχνό. Το δικό μας πούλμαν ακίνητο. Ολοι παγωμένοι βλέπουμε.
 Από την πάνω γωνία της πλατείας βγαίνει ο Μπάμπης ο κουρέας της οδού Τύχης
 και σπάει τα χέρια του στα παλαμάκια χαιρετώντας τα παιδιά φωνάζοντας μόνος 
του ΔΗ-ΜΟ-ΚΡΑ-ΤΙΑ. Οι άλλοι μαγαζάτορε κατεβάζουν τα στόρια.
Μια εβδομάδα μετα ακούμε στην οδό Τύχης στο κουρείο του κυρίου Μπάμπη 
 το ραδιόφωνο στη διαπασών να ανακοινώνει το τέλος του Παπαδόπουλου.  Για πρώτη 
φορά ένοιωσα και έζησα με κατάπληξη πόσο κοφτά , με τη μία, γίνονται οι μεταβολές 
στην Ελλάδα.Από τότε με άλλες συνθήκες με δημοκρατία κκι εκλογές βέβαια, 
το ξανάνοιωσα πολλές φορές.
Εκείνο που έμαθα εκείνη τη βδομάδα είναι να σέβομαι εφόρου ζωής όσους 
δεν είχαν πάει να αγοράσουν παντελόνια εκείνο το βράδυ Παρασκευή προς Σάββατο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου